Στις 19 Νοεμβρίου 1948, ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές της εποχής εκτελείται, εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης.


 

Στο «πυρ» τα μάτια του τρεμόπαιξαν, πριν οι σφαίρες τού διαπεράσουν το κορμί και κόψουν το νήμα της ζωής του στα 28 του χρόνια. Ήταν ο Νίκος Γόδας, ενεργό μέλος του ΚΚΕ, λοχαγός του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά, που πολέμησε άοκνα τους Γερμανούς και τους Έλληνες δωσίλογους σε μία σειρά από κρίσιμες μάχες, αποφεύγοντας τις σφαίρες των εχθρών, όπως ντρίμπλαρε με μαεστρία μέσα στο γήπεδο.

Εργάτης στο εργοστάσιο του «Κεραμεικού» για το μεροκάματο, ντύθηκε στα ερυθρόλευκα και έπαιξε ως μεσοεπιθετικός στον αγαπημένο του Ολυμπιακό, ενώ σέρβιρε τα βράδια σε ένα ρεμπέτικο στέκι που είχαν οι δικοί του, ακούγοντας από κοντά Χιώτη και Τσιτσάνη, αλλά και τον Βαμβακάρη στα πρώτα του μουσικά βήματα.

«Yπήρξε ένας άνθρωπος μαχητής που έδωσε τη ζωή του στον αγώνα του λαού και έμεινε πιστός μέχρι τέλους στα ιδανικά του σοσιαλισμού. Δεν κατάφεραν να τον λυγίσουν ούτε μια στιγμή όλες οι κακουχίες από την κράτησή του στις φυλακές», θα πει ο Σταμάτης Σκούρτης, συγκρατούμενός του και συγγραφέας.

«Ο Γόδας, ο Δαρίβας, ο Μουράτης και από τον Παναθηναϊκό ο Παπαντωνίου ήταν οργανωμένοι», έλεγε ο Σάββας Παπάζογλου, παλαίμαχος παίκτης του Ολυμπιακού.
«Αυτά τα παιδιά προσέφεραν. Ήταν μαχητές. Ήταν εκπαιδευμένοι από τους Άγγλους για να είναι σαμποτέρ», θα προσθέσει ο Παναγιώτης Κουνάδης, ερευνητής και ιστορικός του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Επιστρέφει από το βουνό μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας το 1945 που οδήγησε στον αφοπλισμό του ΕΑΜ, συλλαμβάνεται, δικάζεται σε μία στημένη δίκη και καταδικάζεται σε θάνατο, αφού πρώτα περάσει τρία χρόνια σε φυλακές. Ήταν η περίοδος της «Λευκής Τρομοκρατίας» και των διώξεων κομμουνιστών από το επίσημο κράτος κι από παρακρατικούς, με στρατοδικεία, με βιασμούς, με φόνους και εκτελέσεις πολλών δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων.

Στις φυλακές θανατοποινιτών στην Κέρκυρα, ο Γόδας βασανίστηκε σκληρά, αλλά δεν υπέγραψε ποτέ συνθήκη μεταμέλειας και τελικά εκτελέστηκε στις 19 Νοεμβρίου του 1948, έχοντας ως τελευταία επιθυμία να πεθάνει φορώντας τη φανέλα της ομάδας που λάτρεψε.
«Θα τα ξαναπούμε σύντροφοι», φώναξε στους συγκρατούμενούς του. «Ήταν τιμή μου που μοιράστηκα αυτό το κελί μαζί σας».

Με πληροφορίες από ROSA.gr

 

 


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ