“Θα λείπεις, το κρασί τους θα ‘ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω”


 

Ο Κώστας Καρυωτάκης Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896. Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας λόγω συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του από την Νομική Σχολή Αθηνών. Εργάστηκε σε διάφορες θέσεις του δημόσιου τομέα. Το 1922, γνωρίζεται με την επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Ο Καρυωτάκης ωστόσο, καθώς έπασχε από σύφιλη, διέκοψε την σχέση και αρνήθηκε την πρόταση γάμου της Πολυδούρη.  Για τον ανεκπλήρωτο αυτό έρωτα έγραψαν αμφότεροι …

Μαρία Πολυδούρη

Το 1926 στο Παρίσι η Πολυδούρη προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύθηκε στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου το 1928 την επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης.

Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, έχοντας στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

 

Η αυτοκτονία

Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού για τον Κώστα Καρυωτάκη, ο Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι δύο ώρες προ της αυτοκτονίας, ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα αφήνοντας 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και ένα χαρτί, όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν.

Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, δήλωσε ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα πιστόλι, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει τη ίδια κιόλας μέρα. Το πιστόλι αυτό τύπου Pieper Bayard 9mm εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα.

Σε ηλικία μόλις 32 ετών, στις 21 Ιουλίου 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Η Τελευταία επιστολή

Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας»

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου».

Κ.Γ.Κ.

Για την ερμηνεία αυτής της επιστολής υπάρχουν ως σήμερα πολλές διαφορετικές εκδοχές…

Ο ίδιος έγραψε σε ποίημα της τελευταίας του συλλογής «Ελεγεία και Σάτιρες»:

«Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα
σε κάποιον τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο ελεύθερογενναίο

Ποιητικές συλλογές που εξέδωσε ο ποιητής
  • Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων (1919)
  • Νηπενθή (1921)
  • Ελεγεία και Σάτιρες (1927), στα οποία περιλαμβάνονται και οι 18 μεταφράσεις του ποιητή.

Άλλα ποιήματα

  • Ανέκδοτα ποιήματα
  • Τελευταία ποιήματα (1928) [Αισιοδοξία, Όταν κατέβουμε τη σκάλα…, Πρέβεζα]
  • Νεανικά Ποιήματα (1919-1924)

Πεζά: Το καύκαλο, Η τελευταία, Ο κήπος της αχαριστίας, Ονειροπόλος, Τρεις μεγάλες χάρες, Φυγή, Το εγκώμιο της θαλάσσης, Κάθαρσις, Η ζωή του.

 


 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here